H οικονομική κρίση της Ελλάδας είναι μία κρίση «διαρθρωτικής κατάρρευσης» και ως τέτοια, μόνο, μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Παραθέτω μέρος ενός άρθρου από το capital.gr στο οποίο πέρναν ότι συμφωνώ στην ουσία του , θεωρώ  ότι η εμφάνιση των συμπτωμάτων της  «διαρθρωτικής κατάρρευσης» εμφανίστηκαν βίαια με πολλαπλασιο κόστος , μετά από δόλια μεθόδευση που αφαίρεσαι τα περισσότερα εργαλεία αντίδρασης και βύθισε την κοινωνία στο χάος .

Πρώτη όψη του προβλήματος είναι πως η ελληνική κοινωνία προσλαμβάνει και αντιμετωπίζει την κοινωνικο-οικονομική κρίση την οποία υφίσταται με τελείως λανθασμένο τρόπο, αρνούμενη να αντικρίσει και να παραδεχτεί κραυγαλέες και προφανείς αλήθειες, τις οποίες δεν χρειάζεται καν να είσαι πανεπιστημιακός οικονομολόγος για να διαγνώσεις. Ο κάθε απλός άνθρωπος μπορεί να τις αντιληφθεί, φθάνει να βλέπει τα πράγματα με καθαρό μυαλό και μάτι. Και μία από τις εν λόγω αλήθειες είναι, δυστυχώς, ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα, από άποψη εισοδήματος, πιο κοντά σε αυτό που είναι φυσιολογικό, και αντίστοιχο των πραγματικών δυνατοτήτων της, απ’ ότι βρισκόταν το 2008.

Η δεύτερη όψη του προβλήματος αφορά τις δυνατότητες ανακοπής της εθνικής μας κατολίσθησης: απαραίτητος όρος για να αλλάξει η ελληνική κοινωνία και για να δραστηριοποιηθεί βρίσκοντας την μόνη υπαρκτή διέξοδο προς μία άλλη κατεύθυνση και πραγματικότητα, είναι να συνειδητοποιήσει την αλήθεια που την αφορά, και να μην αναζητά τους αίτιους της κρίσης της στους Γερμανούς και στο ΔΝΤ.

Σε οικονομολογική μετάφραση αυτό σημαίνει πως η ελληνική κοινωνία οφείλει να αντιληφθεί τις μακροοικονομικές υπερβάσεις και τα μικροοικονομικά αδιέξοδα που δημιούργησε η πορεία της μέχρι το 2009 και, προκειμένου να τα θεραπεύσει, να επιδοθεί στην προσπάθεια μίας διπλής επανάστασης, τόσο μακροοικονομικής όσο και μικροοικονομικής, δημιουργώντας μία οικονομία στην οποία οι πολίτες δεν θα προσδοκούν, πλέον, την αύξηση των εισοδημάτων τους μέσω της αύξησης του εθνικού δανεισμού, αλλά αντιθέτως θα επιδιώκουν την διασφάλιση της ευημερίας τους μέσω της βελτίωσης της δικής τους παραγωγικής εργασίας.

Η μοναδική αιτία της σημερινής κρίσης είναι η προηγηθείσα μακροχρόνια μακροοικονομική ανισορροπία.

Οι Reinhart-Rogoff1, συγγραφείς του πιο διαβασμένου οικονομικού βιβλίου των τελευταίων ετών[1], έχουν συμπεράνει ότι οι οικονομικές κάμψεις που ακολουθούν σημαντικές κρίσεις χρέους είναι πολύ μακρύτερες όσον αφορά την χρονική διάρκεια και πολύ βαθύτερες όσον αφορά την μείωση του εισοδήματος από τις κανονικές κρίσεις, εκείνες δηλαδή που παρατηρούνται με σχετική περιοδικότητα στην οικονομία και οφείλονται στις διακυμάνσεις του «επιχειρηματικού κύκλου».

Οι δύο ερευνητές έχουν υπολογίσει ότι για την μεταπολεμική περίοδο, στο εύρος της παγκόσμιας οικονομίας, οι κανονικές κρίσεις δεν διαρκούν περισσότερο από ένα έως δύο χρόνια και στο τέλος τους οι οικονομίες συνήθως επανέρχονται στο επίπεδο εισοδήματος που απολάμβαναν πριν από την εκδήλωση της κρίσης.

Αντίθετα, σε περιπτώσεις όπου η οικονομία έπεφτε σε περιδίνηση λόγω κρίσεως χρέους, η μέση διάρκεια της κάμψης ήταν τεσσερισήμισι χρόνια, ενώ η έξοδος από αυτήν δεν συνεπαγόταν πάντοτε και την ανάκτηση του επιπέδου εισοδήματος που υπήρχε πριν την εκδήλωσή της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δε, η ανάκαμψη δεν ήρθε παρά μόνο μετά την πάροδο περίπου δέκα ετών.

Τα είδη των κρίσεων χρέους είναι πολλά. Άλλα οφείλονται στην κατάρρευση του τραπεζικού τομέα, άλλα στην αδυναμία της χώρας να στηρίξει την συναλλαγματική ισοτιμία του εθνικού της νομίσματος, και άλλα στην δημοσιονομική πτώχευση. Η τελευταία αυτή είναι ίσως η χειρότερη απ’ όλες, όχι μόνο διότι περιλαμβάνει (ή και προκαλεί) και όλες τις άλλου τύπου κρίσεις (τραπεζική, συναλλαγματική), αλλά και διότι μπορούμε να υποθέσουμε ότι επιφέρει τις πλέον δυσμενείς και μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία.

Στην περίπτωση, για παράδειγμα, μίας κρίσεως που έχει δημιουργηθεί από υπερβολική πιστωτική επέκταση του τραπεζικού τομέα, η συμπεριφορά της οικονομίας είναι διαφορετική απ’ ότι στην περίπτωση μίας δημοσιονομικής πτώχευσης. Ο υπερδανεισμένος επενδυτής, όσο πολύ και αν έχει παρασυρθεί από την φενάκη ότι η επένδυσή του θα συνεχίσει να κερδίζει σε αξία και θα του επιτρέψει άνετα να καλύψει τις υποχρεώσεις του, πάντα έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι τα ποσά που διαχειρίζεται δεν του ανήκουν αλλά πρέπει να επιστραφούν κάποια στιγμή στους πιστωτές του.

Αντίθετα, ο πολίτης ο οποίος απολαμβάνει ένα επίπεδο εισοδήματος το οποίο δεν αντιστοιχεί στην παραγωγικότητά του αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι το κράτος δανείζεται παράλογα και διαχέει το προϊόν του δανεισμού του στην οικονομία, είτε πληρώνοντας τους υπαλλήλους του με υψηλότερους μισθούς απ’ ότι θά έπρεπε, είτε προσλαμβάνοντας περισσότερους από όσους χρειάζεται, είτε κατευθύνοντάς το σε έργα και παραγγελίες χωρίς παραγωγικό ανταποδοτικό όφελος, είναι ένα πολίτης που βρίσκεται σε βαθιά σύγχυση οικονομικού προσανατολισμού.

Σε αντίθεση ακόμη και με τον παράλογο κερδοσκόπο, ο οποίος διατηρεί πάντα μία αίσθηση της αναγκαιότητας να καλύπτει τις θέσεις του εφ’ όσον στο μέλλον οφείλει να επιστρέψει, ή έστω να ανακυκλώσει, τα δανεικά του (την «μόχλευσή» του), ο πολίτης που ωφελείται εισοδηματικά, είτε εμμέσως είτε αμέσως από την κρατική δαπάνη, θεωρεί ότι έχει επιτύχει να προσεγγίσει ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος, με βάση το οποίο μπορεί πλέον να προχωρήσει στις οικονομικές του επιλογές.

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η δημοσιονομική πολιτική σε περιόδους κάμψεως της οικονομικής δραστηριότητας είναι πιο αποτελεσματικό (αλλά και πιο επικίνδυνο) εργαλείο παρέμβασης απ’ ότι η νομισματική πολιτική. Ενώ στην πρώτη περίπτωση (δημοσιονομική πολιτική) το εισοδηματικό αποτέλεσμα είναι άμεσο, στην δεύτερη περίπτωση (νομισματική πολιτική) είναι έμμεσο και υπό προϋποθέσεις: εάν οι προοπτικές της οικονομίας δεν είναι ευοίωνες, οι παράγοντες της οικονομίας δεν αξιοποιούν τις δανειοληπτικές ικανότητες, ή ακόμη και την δωρεάν ρευστότητα που τους διατίθενται.

Σε μία ακραία περίπτωση θα υπήρχε ακόμη και η πιθανότητα, φοβούμενοι ένα ακόμη πιο δυσμενές οικονομικό αύριο, να αποθησαυρίσουν προληπτικά όλα τα χαρτονομίσματα που, υλοποιώντας την γνωστή φαντασίωση του M. Friedman, ελικόπτερα θα σκόρπιζαν από τον ουρανό. (Σε αυτή την περίπτωση, για να έρθουμε σε ένα θέμα της επικαιρότητας, τα «πολλαπλασιαστικά» αποτελέσματα της ρίψεως χαρτονομισμάτων, όσον αφορά το επίπεδο εισοδήματος θα ήταν μηδενικά).

Αντίθετα, στην περίπτωση που, υλοποιώντας την άλλη γνωστή φαντασίωση του J.M. Keynes, το κράτος προσλάβει εργάτες για να ξεθάβουν από τα ορυχεία φιάλες με χαρτονομίσματα τις οποίες το ίδιο προηγουμένως έχει κρύψει εκεί, το αποτέλεσμα όσον αφορά το επίπεδο του εισοδήματος και την ανεργία, θα γίνει περισσότερο αισθητό γιατί χρηματικοί πόροι θα έχουν μετακινηθεί, ήδη, μέσα στα κυκλώματα της πραγματικής οικονομίας. (Ο «πολλαπλασιαστής» βέβαια σε αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι οτιδήποτε: μικρός ή μεγάλος, αρνητικός ή θετικός. Εάν για να χρηματοδοτηθεί η πρόσληψη των εργατών έγιναν επιλογές που είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν την δουλειά τους περισσότεροι εργάτες απ’ ότι προσελήφθησαν, θα είναι αρνητικός. Εάν όχι τότε θα είναι θετικός. Πάντως σε κάθε περίπτωση η δημοσιονομική πολιτική, βραχυπρόθεσμα, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του M. Friedman, έχει πιο ισχυρά αποτελέσματα επί της πραγματικής οικονομίας απ’ ότι η νομισματική).

Ως συνέπεια των ανωτέρω, δηλαδή της σημασίας που έχει το δανειακό άχθος από ένα σημείο και μετά αλλά και η δημοσιονομική μορφή του, η ελληνική οικονομία βρέθηκε στις αρχές του 2010 να αντιμετωπίζει μία δομική κρίση η οποία, ως κρίση χρέους, ξεπερνούσε ακόμη και την τυπολογία των Reinhart-Rogoff. Ένα υπερχρεωμένο δημόσιο το οποίο είχε εξαντλήσει κάθε περιθώριο περαιτέρω δανεισμού είχε τροφοδοτήσει, παραλλήλως, μία πιστωτική επέκταση που δεν ήταν βιώσιμη. Το δημόσιο αυτό διατηρούσε σε κίνηση μεν, με όλο και επιβραδυνόμενους ρυθμούς δε, μία κατ’ όνομα μόνον ιδιωτική οικονομία η οποία στην πραγματικότητα ζούσε και ανέπνεε με μισό μόνο δικό της πνεύμονα και με ενάμιση κρατικό. 

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε κάθε άλλη, σχεδόν, εθνική οικονομία παγκοσμίως, η ελληνική μεγεθύνονταν περισσότερο εικονικά παρά πραγματικά, κινούμενη όχι από την παραγωγή της αλλά από την κατανάλωσή της, η οποία τροφοδοτούνταν κατά κύριο λόγο από τον εξωτερικό δανεισμό.

Το ότι τα παραπάνω δεν είναι μία αφηρημένη εικόνα αλλά η περιγραφή μίας υπαρκτής και δύσμορφης πραγματικότητας αποδεικνύεται πολύ εύκολα από μία σειρά κραυγαλέων ενδείξεων των δομικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας οι οποίες, ενώ δεν ήταν διατηρήσιμες και δεν μπορούσαν να συνεχισθούν, περνούν, εν τούτοις, απαρατήρητες, ή ασχολίαστες, από όλους όσους σταδιοδρομούν δαιμονοποιώντας και υβρίζοντας τους Γερμανούς και το ΔΝΤ.

Η ανθρωπιστική καταστροφή που η χώρα αντιμετωπίζει σήμερα, δεν οφείλεται φυσικά, στο ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί, αλλά και οι λαοί των αναπτυσσομένων χωρών που αντιπροσωπεύονται στο ΔΝΤ, αρνούνται να χρηματοδοτήσουν την συνέχιση της κατασπατάλησης πόρων από την ελληνική οικονομία χωρίς ελπίδα να πάρουν τα χρήματά τους πίσω.

Η αδιέξοδη πορεία της ήταν εμφανέστατη από πολύ νωρίς σε δείκτες όπως το δημοσιονομικό έλλειμμα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών ή στην τελική κατανάλωση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα απόλυτα μεγέθη των εν λόγω μακροοικονομικών μεταβλητών στην Ελλάδα δεν είχαν την παραμικρή σχέση με εκείνα που θα έπρεπε να είχαν σε μία οικονομία της οποίας, θεωρητικά, το ΑΕΠ βρισκόταν στην γειτονία των 200 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Μία σύγκριση με παρεμφερείς σε πληθυσμό χώρες της ευρωζώνης μπορεί να δείξει τις ιλιγγιώδεις, και μη διατηρήσιμες, ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα, το 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, έχοντας προσεγγίσει ένα (φαινομενικό όπως αποδεικνύεται σήμερα) επίπεδο ΑΕΠ των 233 δισεκατομμυρίων ευρώ η Ελλάδα είχε μία τελική κατανάλωση των νοικοκυριών που αντιστοιχούσε σε 169 δισεκατομμύρια.

Την ίδια στιγμή η Αυστρία, με ΑΕΠ 282 δισεκατομμυρίων, είχε τελική κατανάλωση νοικοκυριών ίση με 145 δισεκατομμύρια. Το Βέλγιο, με 346 δισεκατομμύρια ΑΕΠ, είχε τελική κατανάλωση 176 δισεκατομμυρίων, ενώ η φτωχή Πορτογαλία, με 169 δισεκατομμύρια ΑΕΠ, είχε τελική κατανάλωση 106 δισεκατομμύρια. (Και η Ολλανδία με ΑΕΠ 573 δισεκατομμύρια είχε τελική κατανάλωση 258 δισεκατομμύρια).

Δηλαδή, εάν έκρινε κανείς από την κατανάλωση, θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι η Ελλάδα ήταν το 2008 μία χώρα με ΑΕΠ περίπου 320 δισεκατομμυρίων ευρώ. (Εάν δε, αντί αυτού, έβλεπε τον πίνακα της World Bank που μετρά την κατά κεφαλήν καταναλωτική δαπάνη σε «Ισοδύναμες Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης» (Purchasing Power Parity) ανα χώρα, θα θεωρούσε, επίσης, την ελληνική -με κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση ισοδύναμη με 17.900 δολλάρια- σαν μία από τις πλουσιότερες οικονομίες της ηπείρου, αφού μόνο 3 ή 4 ευρωπαϊκές χώρες την ξεπερνούσαν στον δείκτη αυτό).

Πως όμως χρηματοδοτούνταν αυτό το επίπεδο κατανάλωσης; Από ένα αντίστοιχα υψηλό επίπεδο δευτερογενούς παραγωγής ίσως; Μάλλον όχι, διότι την στιγμή που ο μεταποιητικός τομέας στην Αυστρία παρήγαγε προϊόν 27,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, του Βελγίου 30 δισεκατομμυρίων και της φτωχής Πορτογαλίας 12 δισεκατομμυρίων (της Ολλανδίας 42), η ελληνική μεταποίηση παρήγαγε προϊόν αξίας μόνο 8,65 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Μήπως, τότε, η υψηλότατη κατανάλωση της ελληνικής οικονομίας χρηματοδοτούνταν από την αυξημένη εξαγωγή προϊόντων του πρωτογενούς τομέα αλλά και του τομέα των υπηρεσιών; Δυστυχώς ούτε και αυτό συνέβαινε. Έναντι ενός ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών ύψους 16 δισεκατομμυρίων για την Αυστρία, 2 δισεκατομμυρίων για το Βέλγιο και 16 δισεκατομμυρίων για την Πορτογαλία (49 για την Ολλανδία), η Ελλάδα παρουσίαζε ένα έλλειμμα ύψους 33 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το οποίο φυσικά τροφοδοτούνταν αποκλειστικά σχεδόν από τον κρατικό δανεισμό και την γιγάντωση του κρατικού χρέους.

Όπως ήταν απολύτως φυσικό κατόπιν αυτού η Ελλάδα, το 2010, βρέθηκε μπροστά σε μία κλασική περίπτωση χρεοκοπίας. Γεγονός το οποίο έχει ορισμένες αναπόδραστες συνέπειες τις οποίες όμως οι οπαδοί της λαϊκότροπης οικονομολογίας αρνούνται να δουν και να παραδεχθούν:

Πρώτον, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την συρρίκνωση των δαπανών.

Δεύτερον, σε περίπτωση διαρθρωτικής κατάρρευσης μίας οικονομίας ο υπολογισμός των δημοσιονομικών «πολλαπλασιαστών» είναι πάντοτε λανθασμένος.

Τρίτον, η οικονομική κρίση της Ελλάδας είναι μία κρίση «διαρθρωτικής κατάρρευσης» και ως τέτοια, μόνο, μπορεί να αντιμετωπισθεί.

[1] Reinhart M. Carmen.- Rogoff Kenneth, “This Time Is Different: Eight Centuries of Financial Folly”, Princeton University Press, 2009. 

*Ο κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγος.

Πηγή:www.capital.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s